Μελέτες έχουν πολλάκις καταδείξει ότι η ζάχαρη ευθύνεται για τους αυξανόμενους δείκτες παχυσαρκίας και διαβήτη σε παγκόσμια κλίμακα, όμως η νέα μελέτη από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Charité στο Βερολίνο παρουσιάζει μία ακόμη σημαντική επίδραση για την υγεία μας.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης και άλλων επεξεργασμένων υδατανθράκων καταστρέφει τις βασικές δομές του εγκεφάλου και παρεμποδίζει τη λειτουργία του.

Τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στον οργανισμό σχετίζονται άμεσα με την αποδυνάμωση της μνήμης στους υγιείς ενήλικες και μπορεί πιθανώς να συμβάλουν στην εκδήλωση της άνοιας.

Η νέα έρευνα έρχεται να συμπληρώσει τα μέχρι τώρα ερευνητικά δεδομένα, τα οποία έχουν υποδείξει ότι ο διαβήτης – πάθηση που χαρακτηρίζεται από τα αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα – συνδέεται με τον αυξημένο κίνδυνο της νευροεκφυλιστικής πάθησης.

Παράλληλα, έχει αποδειχθεί ότι τα αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης συνδέονται με τη συρρίκνωση του ιππόκαμπου, της περιοχής του εγκεφάλου που ελέγχει τη μνήμη και τη μάθηση.

Στο πλαίσιο της νέας μελέτης, οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν κατά πόσο η γλυκόζη επηρεάζει αρνητικά τη μνήμη σε υγιή άτομα που δεν πάσχουν από διαβήτη.

Εξέτασαν μια σειρά από δείκτες για τη γλυκόζη σε 141 άτομα που δεν παρουσίαζαν κανένα από τα συμπτώματα διαβήτη.

Οι συμμετέχοντες έκαναν ένα ειδικό τεστ μνήμης και οι ερευνητές πραγματοποίησαν μαγνητική απεικόνιση ώστε να μελετήσουν τη δομή του ιππόκαμπου.

Οι αναλύσεις έδειξαν ότι όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα της γλυκόζης τόσο χαμηλότερη ήταν η επίδοση στο τεστ και τόσο μεγαλύτερη η συρρίκνωση του ιππόκαμπου.

Η τρέχουσα οδηγία για την κατανάλωση ζάχαρης αναφέρει πως δεν πρέπει να ξεπερνάμε τα πέντε κουταλάκια του γλυκού τη μέρα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ποσότητα αυτή δεν αφορά μόνο στην πρόσθετη ζάχαρη σε ροφήματα και σπιτικά γεύματα, αλλά συνολικά στη ζάχαρη που καταναλώνουμε από τα έτοιμα γεύματα, τα αναψυκτικά και τα αρτοσκευάσματα.